Η υπόθεση της εξαφάνισης του Στίβεν Κουκ στα Μάλια της Κρήτης το καλοκαίρι του 2005 αποτελεί μία από τις πιο μυστηριώδεις και μακροχρόνιες ιστορίες που απασχόλησαν τις ελληνικές και βρετανικές αρχές. Ο 20χρονος Βρετανός είχε έρθει στο νησί για διακοπές, απολαμβάνοντας τη φημισμένη νυχτερινή ζωή της περιοχής. Ωστόσο, μια νύχτα χάθηκε μέσα στο πλήθος των τουριστών και δεν επέστρεψε ποτέ στο δωμάτιό του. Για δώδεκα ολόκληρα χρόνια, η τύχη του παρέμενε άγνωστη, με την οικογένειά του να ζει έναν διαρκή εφιάλτη αναζήτησης, ενώ οι έρευνες των αρχών είχαν καταλήξει σε αδιέξοδο και η υπόθεση είχε τεθεί στο αρχείο.
Η ανατροπή ήρθε τον Φεβρουάριο του 2017, όταν ανθρώπινα οστά εντοπίστηκαν τυχαία σε ένα παλιό, ξεχασμένο πηγάδι στα Μάλια. Η ιατροδικαστική εξέταση επιβεβαίωσε ότι τα ευρήματα ανήκαν στον Στίβεν Κουκ, δίνοντας ένα τέλος στην αβεβαιότητα για το αν ζούσε, αλλά ανοίγοντας έναν νέο κύκλο ερωτημάτων για το πώς βρέθηκε εκεί. Παρά την ανακάλυψη της σορού, τα στοιχεία ήταν ελάχιστα λόγω της παρόδου του χρόνου και η έρευνα δυσκολευόταν να προσδιορίσει αν επρόκειτο για ατύχημα ή εγκληματική ενέργεια, μέχρι που μια απρόσμενη μαρτυρία από τη Βρετανία το 2024 άλλαξε τα πάντα.
Μια γυναίκα επικοινώνησε με τις αρχές ισχυριζόμενη ότι ο πρώην σύζυγός της, ο οποίος εργαζόταν στα Μάλια το επίμαχο καλοκαίρι, της είχε εξομολογηθεί το 2017 την εμπλοκή του στον θάνατο του νεαρού. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, ο άνδρας, υπό την επήρεια ουσιών, της περιέγραψε έναν καυγά με ένα μεθισμένο αγόρι που κατέληξε σε ένα μοιραίο χτύπημα στο κεφάλι. Η γυναίκα ανέφερε ότι ο σύζυγός της της αποκάλυψε πως πέταξε το σώμα σε ένα πηγάδι, λεπτομέρεια που ταυτιζόταν απόλυτα με το σημείο όπου βρέθηκε ο Στίβεν. Η ίδια υποστήριξε ότι σώπασε για χρόνια λόγω φόβου για την ασφάλεια της ίδιας και των παιδιών της.
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος αρνείται κατηγορηματικά τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι η πρώην σύζυγός του κατασκεύασε την ιστορία λόγω της δικαστικής διαμάχης που έχουν για την επιμέλεια των παιδιών τους, ενώ ισχυρίζεται ότι δεν βρισκόταν καν στην Κρήτη εκείνο το καλοκαίρι. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε δίκη στο Ηράκλειο, οριακά πριν τη συμπλήρωση της εικοσαετούς παραγραφής, με κύριο αποδεικτικό στοιχείο τη μαρτυρία της γυναίκας και ορισμένα αντικείμενα που παρέδωσε στις αρχές. Η δικαιοσύνη καλείται πλέον να αποφανθεί αν η εξομολόγηση αυτή ήταν η αλήθεια που αναζητούσε η οικογένεια Κουκ για δύο δεκαετίες ή μια προσπάθεια εκδίκησης στο πλαίσιο ενός διαζυγίου.