Το 1817 αποτελεί έτος-σταθμό για την πολιτιστική ιστορία του Βουκουρεστίου, καθώς η πόλη απέκτησε την πρώτη της οργανωμένη θεατρική σκηνή με μόνιμο θίασο και τακτικές παραστάσεις. Πίσω από αυτό το τολμηρό εγχείρημα βρισκόταν μια εξαιρετικά δυναμική και καλλιεργημένη γυναίκα, η Ραλλού Καρατζά. Ως κόρη του ηγεμόνα της Βλαχίας, Ιωάννη Καρατζά, η Ραλλού έσπασε τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής, που ήθελαν τις γυναίκες της αριστοκρατίας σε ρόλο παρατηρητή, και ανέλαβε τα ηνία της πνευματικής αναγέννησης της περιοχής.
Γεννημένη το 1799 στην Κωνσταντινούπολη, η Ραλλού μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που ευνοούσε την πολυπολιτισμικότητα και τη μάθηση. Η μόρφωσή της ήταν εντυπωσιακή για τα δεδομένα του 19ου αιώνα, καθώς μιλούσε άπταιστα ελληνικά, γαλλικά, γερμανικά και τουρκικά. Η βαθιά της επαφή με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, μέσα από τα έργα του Σίλλερ και του Γκαίτε ή τις μουσικές του Μότσαρτ και του Μπετόβεν, διαμόρφωσε μια προσωπικότητα που οραματιζόταν τη μεταλαμπάδευση των τεχνών στα Βαλκάνια.
Η δημιουργία της πρώτης μόνιμης θεατρικής αίθουσας ξεκίνησε με προσεκτικά βήματα, αρχικά μέσα από μια ερασιτεχνική σκηνή στο ηγεμονικό παλάτι το 1816. Εκεί παρουσιάστηκαν κλασικά ελληνικά έργα και ειδυλλιακές ιστορίες, προκαλώντας μια πρωτοφανή ανταπόκριση από το κοινό. Η επιτυχία αυτή οδήγησε στην ανέγερση του θεάτρου Cișmeaua Roșie στη σημερινή Calea Victoriei, το οποίο στελέχωσε με επαγγελματισμό, στέλνοντας μάλιστα τον ηθοποιό Κωνσταντίνο Αριστία στο Παρίσι για εξειδικευμένες σπουδές υποκριτικής.
Το θέατρο Cișmeaua Roșie έγινε γρήγορα το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής του Βουκουρεστίου. Η πρώτη μεγάλη παράσταση δόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1818, ενώ τις περιόδους που δεν υπήρχαν θεατρικά έργα, ο χώρος μετατρεπόταν σε μια κομψή αίθουσα χορού για τους βογιάρους και την ελίτ της πόλης. Παρά το γεγονός ότι το κτίριο καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1825, η σπίθα που άναψε η Ραλλού Καρατζά για τις παραστατικές τέχνες δεν έσβησε ποτέ, θέτοντας τις βάσεις για τη νεότερη βαλκανική δραματουργία.
Η προσφορά της Ραλλού Καρατζά, ωστόσο, επεκτάθηκε και στον τομέα της εθνικής παλιγγενεσίας. Μέρος της τεράστιας οικογενειακής περιουσίας χρησιμοποιήθηκε για τη χρηματοδότηση της Φιλικής Εταιρείας, στηρίζοντας έμπρακτα την προετοιμασία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Μετά από μια περιπλάνηση στην Ιταλία, η Ραλλού εγκαταστάθηκε στην απελευθερωμένη Αθήνα το 1829, όπου συνέχισε τη ζωή της προσφέροντας στο κοινωνικό σύνολο.
Η Ραλλού Καρατζά έφυγε από τη ζωή το 1870 στη Γερμανία, αφήνοντας πίσω της μια σπουδαία πολιτιστική κληρονομιά. Η διαδρομή της παραμένει ένα φωτεινό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η παιδεία και το πάθος για τις τέχνες μπορούν να γεφυρώσουν διαφορετικούς κόσμους και να προετοιμάσουν το έδαφος για μεγάλες ιστορικές και κοινωνικές αλλαγές.