Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα και αμφιλεγόμενα κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, λειτουργώντας ως ο καταλύτης για την πολιτική κρίση που οδήγησε στην Αποστασία του 1965 και, τελικά, στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Η οργάνωση, το όνομα της οποίας σήμαινε «Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα, Ιδανικά, Δημοκρατία, Αξιοκρατία», ήταν μια μυστική κίνηση χαμηλόβαθμων αξιωματικών του στρατού. Σύμφωνα με τις κατηγορίες που εκτοξεύθηκαν από τον στρατηγό Γρίβα και την τότε αντιπολίτευση, η οργάνωση είχε πολιτικές επιδιώξεις και τελούσε υπό την καθοδήγηση του Ανδρέα Παπανδρέου, γιου του τότε πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου.
Η βόμβα έσκασε τον Μάιο του 1965, όταν ο Γρίβας απέστειλε έκθεση στον υπουργό Εθνικής Άμυνας, Πέτρο Γαρουφαλιά, καταγγέλλοντας τη δράση της οργάνωσης στην Κύπρο και την Αθήνα. Αν και η πρώτη ανάκριση από τον στρατηγό Σίμο έδειξε ότι η κίνηση αφορούσε κυρίως ατομικά συμφέροντα αξιωματικών και δεν είχε αποδεδειγμένους δεσμούς με πολιτικά πρόσωπα, το Παλάτι και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος πίεσαν για περαιτέρω διερεύνηση στο στρατοδικείο. Αυτή η εξέλιξη πυροδότησε μια σφοδρή σύγκρουση μεταξύ του Γεωργίου Παπανδρέου και του Στέμματος, οδηγώντας στην παραίτηση της κυβέρνησης και τον σχηματισμό των κυβερνήσεων των «Αποστατών».
Η δίκη που ακολούθησε στο διαρκές στρατοδικείο Αθηνών ήταν γεμάτη εντάσεις και επεισόδια, με την υπεράσπιση να κάνει λόγο για μια στημένη πλεκτάνη με σκοπό την πολιτική εξόντωση του Ανδρέα Παπανδρέου. Γνωστοί δικηγόροι, όπως ο Νικηφόρος Μανδηλαράς, ανέλαβαν την υπεράσπιση των αξιωματικών, ενώ οι κατηγορίες για εσχάτη προδοσία και στάση κυριαρχούσαν. Παρά την έλλειψη αδιάσειστων στοιχείων κατά πολιτικών, αρκετοί αξιωματικοί καταδικάστηκαν σε πολυετείς καθείρξεις. Η δίκη διεξήχθη εν μέσω απαγορεύσεων δημοσιότητας, κάτι που ο Γεώργιος Παπανδρέου χαρακτήρισε ως «ιερά εξέταση».
Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ έκλεισε οριστικά τον Δεκέμβριο του 1967, όταν ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος παρείχε αμνηστία στους καταδικασθέντες. Ωστόσο, οι ιστορικές αναλύσεις δείχνουν ότι η οργάνωση, αν και υπαρκτή, ήταν μικρής εμβέλειας και δεν αποτελούσε πραγματική απειλή για το πολίτευμα. Αντιθέτως, χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα από ακροδεξιά κέντρα και το παρακράτος για να αποδυναμωθεί η δημοκρατική παράταξη και να προετοιμαστεί το έδαφος για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Η αλήθεια για τον ΑΣΠΙΔΑ παραμένει μέχρι σήμερα ένα μάθημα για το πώς οι στρατιωτικές ίντριγκες μπορούν να εργαλειοποιηθούν για την ανατροπή της πολιτικής ομαλότητας.