Η υπόθεση της εξαφάνισης και δολοφονίας του επιχειρηματία Γιώργου Νικολαΐδη και της συντρόφου του Σούλα Καλαθάκη αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές και μεθοδικά οργανωμένες εγκληματικές ενέργειες στα ελληνικά χρονικά. Όλα ξεκίνησαν το μεσημέρι της 28ης Νοεμβρίου 1997, στην οδό Πατησίων, όταν το ζευγάρι εθεάθη για τελευταία φορά από φιλικό τους πρόσωπο. Ο Νικολαΐδης, ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας, φαινόταν ιδιαίτερα αγχωμένος και βιαστικός, αναφέροντας πως πήγαινε να εισπράξει χρήματα για ένα καθοριστικό ραντεβού που πίστευε ότι θα ήταν η δουλειά της ζωής του. Στην πραγματικότητα, το ραντεβού στην Κηφισιά ήταν μια καλοστημένη παγίδα από άτομα που εμπιστευόταν, με σκοπό την αρπαγή της τεράστιας περιουσίας του.
Οι απαγωγείς, με εγκέφαλο τον Παναγιώτη Κράμπη, δεν στόχευαν σε λύτρα, αλλά στην πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς και τις πιστωτικές κάρτες του επιχειρηματία. Για 17 ολόκληρες ημέρες, το ζευγάρι κρατήθηκε όμηρο υπό άθλιες συνθήκες, ενώ οι δράστες χρησιμοποιούσαν τις χρυσές κάρτες του Νικολαΐδη για να κάνουν τη μεγάλη ζωή, ταξιδεύοντας σε ακριβά θέρετρα της Ευρώπης και κάνοντας αγορές με προκλητική θρασύτητα. Όταν οι λογαριασμοί άδειασαν, η συμμορία αποφάσισε να απαλλαγεί από τους μάρτυρες. Την εκτέλεση ανέλαβε ο διαβόητος «γιατρός» της υπόθεσης, Ηλίας Μαζαράκης, ένας δραπέτης φυλακών με βαρύ ποινικό παρελθόν, ο οποίος δολοφόνησε το ζευγάρι με σιδερένιο λοστό στις πλαγές της Πεντέλης και στη συνέχεια εγκατέλειψε τα σώματά τους στο Σέσι Γραμματικού.
Τα πτώματα βρέθηκαν τυχαία από έναν βοσκό πέντε μήνες αργότερα, προκαλώντας πανελλήνιο σοκ και οργή. Η αστυνομία άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι μέσω των τραπεζικών συναλλαγών, οδηγώντας στη σύλληψη των συνεργών. Ο Παναγιώτης Κράμπης, μετά από έναν μαραθώνιο δικαστικών αγώνων και εκπομπών όπως το «Φως στο Τούνελ», εκδόθηκε τελικά από την Αγγλία και καταδικάστηκε. Ωστόσο, ο Ηλίας Μαζαράκης παρέμεινε άφαντος για δεκαετίες. Παρά τις φήμες ότι κρυβόταν στο εξωτερικό, η αλήθεια ήταν ακόμα πιο εξωφρενική: ο «γιατρός» ζούσε ανενόχλητος στη Νέα Σμύρνη με ψεύτικο όνομα, παριστάνοντας τον επιχειρηματία ναυτιλίας, μέχρι που το σώμα του τον πρόδωσε.
Το τέλος του Μαζαράκη γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 2020, όταν πέθανε από κύρωση του ήπατος στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, εξακολουθώντας να χρησιμοποιεί πλαστά στοιχεία μέχρι την τελευταία του πνοή. Η ταυτότητά του αποκαλύφθηκε μόνο μετά το θάνατό του μέσω δακτυλικών αποτυπωμάτων, κλείνοντας οριστικά έναν φάκελο που παρέμενε ανοιχτός για 23 χρόνια. Για την οικογένεια Καλαθάκη, ο θάνατος του εκτελεστή ήταν η μοναδική «θεία δίκη» που απέμεινε, σφραγίζοντας μια τραγωδία που ξεκίνησε από την απληστία και τελείωσε στην απόλυτη μοναξιά ενός νοσοκομειακού κρεβατιού.