Ο κόσμος της νύχτας και του οργανωμένου εγκλήματος στην Ελλάδα έδειξε για άλλη μια φορά το πιο σκληρό του πρόσωπο, υπενθυμίζοντας πως οι λογαριασμοί στη μαφία δεν κλείνουν στα δικαστήρια, αλλά με σφαίρες. Το πρώτο Σαββατοκύριακο του Νοεμβρίου του 2025, ο 42χρονος Γιάννης Λάλας, γνωστός στην πιάτσα με το παρατσούκλι «Body Builder», δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στο μπαλκόνι ενός πολυτελούς σαλέ στην Αράχωβα. Μια φαινομενικά ήσυχη απόδραση στο βουνό μετατράπηκε στο σκηνικό μιας άρτια οργανωμένης εκτέλεσης, η οποία χαρακτηρίστηκε από τις αρχές ως ένα από τα πιο ακριβά συμβόλαια θανάτου της εγχώριας εγκληματικής σκηνής.
Ο Γιάννης Λάλας δεν ήταν ένα τυχαίο πρόσωπο. Υπήρξε ο βασικός κατηγορούμενος για τη στυγερή δολοφονία του δημοσιογράφου Γιώργου Καραϊβάζ τον Απρίλιο του 2021. Παρότι κάθισε στο σκαμνί, κράτησε το στόμα του κλειστό και τελικά αθωώθηκε τον Ιούλιο του 2024 λόγω αμφιβολιών. Ωστόσο, η ελευθερία του αποδείχθηκε προσωρινή. Ο 42χρονος επιχειρηματίας, ο οποίος φέρεται να είχε ισχυρή παρουσία στο λαθρεμπόριο καυσίμων, είχε κάνει μια κίνηση-ματ που έμελλε να του κοστίσει τη ζωή. Γύρισε την πλάτη στον σκληρό πυρήνα της ελληνικής μαφίας και συμμάχησε με μια ανερχόμενη ρωσόφωνη μαφία, επισφραγίζοντας την αλλαγή στρατοπέδου με τον άγριο ξυλοδαρμό ενός ηγετικού στελέχους των παλιών του συντρόφων μέσα στη φυλακή.
Η προδοσία αυτή σήμανε την υπογραφή της θανατικής του καταδίκης, με την «ταρίφα» για το κεφάλι του να εκτιμάται πως ξεπέρασε τις 200.000 ευρώ. Η πρώτη απόπειρα εναντίον του έγινε τον Μάιο του 2025, έξω από ένα βενζινάδικο ιδιοκτησίας του στα Άνω Λιόσια. Μια βροχή από σφαίρες έπεσε πάνω του, αλλά σώθηκε ως εκ θαύματος χάρη στη βαριά θωρακισμένη Mercedes που οδηγούσε. Έκτοτε, η ζωή του μετατράπηκε σε εφιάλτη. Άλλαξε τη ρουτίνα του, κρύφτηκε για καιρό στη Μάνη και κυκλοφορούσε πάντα με ένοπλους σωματοφύλακες, γνωρίζοντας πως ο κλοιός γύρω του στένευε ασφυκτικά.
Το μοιραίο λάθος έγινε τη βραδιά της Αράχωβας, όταν αποφάσισε να ταξιδέψει χωρίς την προστασία των σωματοφυλάκων του. Μια επαγγελματική ομάδα τεσσάρων εκτελεστών, που παρακολουθούσε κάθε του κίνηση μέσα από κρυφές κάμερες και ενοικιασμένα οχήματα, τον ακολούθησε στο βουνό. Όταν ο Λάλας βγήκε ανυποψίαστος στο μπαλκόνι του σαλέ για να μιλήσει στο κινητό του, οι εκτελεστές τον γάζωσαν με ένα Καλάσνικοφ και ένα πιστόλι 9 χιλιοστών. Λίγα λεπτά αργότερα, πυρπόλησαν το κλεμμένο όχημα διαφυγής τους στον δρόμο προς τον Επτάλοφο, σβήνοντας κάθε ίχνος DNA πριν διαφύγουν προς τη Βόρεια Ελλάδα.
Όσο επαγγελματικά κι αν έδρασαν κατά την εκτέλεση, τα λάθη δεν άργησαν να φανούν. Τυφλωμένοι από την αλαζονεία και το άφθονο χρήμα που εισέπραξαν, οι δράστες άρχισαν να σκορπούν τεράστια ποσά αμέσως μετά το χτύπημα, αγοράζοντας χρυσές λίρες, πολυτελή αυτοκίνητα και σκούτερ. Αυτές οι κινήσεις σήμαναν συναγερμό στις αρχές, οι οποίες, μέσα από βίντεο, στίγματα κινητών και παρακολουθήσεις, συνέλαβαν τους δράστες στα σπίτια τους σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Καβάλα, εντοπίζοντας ένα ολόκληρο οπλοστάσιο και δεσμίδες μετρητών. Ο πόλεμος, όμως, δεν σταμάτησε εκεί. Λίγους μήνες αργότερα, ο φερόμενος ως εγκέφαλος της πρώτης απόπειρας κατά του Λάλα δέχτηκε άγρια επίθεση με μαχαίρι μέσα στις φυλακές Μαλανδρίνου από άλλον κρατούμενο, με εντολή από υψηλόβαθμο στέλεχος της ελληνικής μαφίας. Η ιστορία αυτή αποτελεί άλλη μια απόδειξη πως ο κύκλος του αίματος στον σκοτεινό κόσμο του υποκόσμου παραμένει ατελείωτος.