Η σφαγή στη Σάμπρα και τη Σατίλα, που έλαβε χώρα μεταξύ 16 και 18 Σεπτεμβρίου 1982, παραμένει μία από τις πιο φρικιαστικές περιπτώσεις βίας κατά αμάχων στη Μέση Ανατολή. Κατά τη διάρκεια αυτών των τριών ημερών, μέλη των χριστιανικών λιβανικών πολιτοφυλακών (Φαλαγγίτες) εισέβαλαν στους προσφυγικούς καταυλισμούς στη Βηρυτό, δολοφονώντας βάναυσα χιλιάδες Παλαιστίνιους πρόσφυγες και Λιβανέζους αμάχους. Η τραγωδία αυτή εκτυλίχθηκε υπό το βλέμμα του ισραηλινού στρατού, ο οποίος είχε περικυκλώσει την περιοχή και παρείχε υποστήριξη στις πολιτοφυλακές, παρά τις διεθνείς συμφωνίες που προέβλεπαν την προστασία των αμάχων μετά την αποχώρηση των μαχητών της PLO από τον Λίβανο.
Το υπόβαθρο της σφαγής συνδέεται άρρηκτα με τον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου και την ισραηλινή εισβολή του 1982. Μετά τη δολοφονία του εκλεγμένου προέδρου του Λιβάνου, Μπασίρ Τζεμαγιέλ, οι Φαλαγγίτες, αναζητώντας εκδίκηση και θεωρώντας λανθασμένα τους Παλαιστίνιους υπεύθυνους, εισέβαλαν στους καταυλισμούς. Οι μαρτυρίες των επιζώντων περιγράφουν σκηνές απόλυτου τρόμου: εκτελέσεις εν ψυχρώ, βασανιστήρια και μαζικές δολοφονίες γυναικών και παιδιών. Ο ισραηλινός στρατός, από παρατηρητήρια που είχαν πλήρη θέα στους καταυλισμούς, φώτιζε τη νύχτα με φωτοβολίδες, διευκολύνοντας το έργο των πολιτοφυλακών, ενώ μπουλντόζες χρησιμοποιήθηκαν για τη διάνοιξη μαζικών τάφων.
Η διεθνής κατακραυγή που ακολούθησε ήταν πρωτοφανής. Στο ίδιο το Ισραήλ, περίπου 400.000 άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους ζητώντας δικαιοσύνη, οδηγώντας στη σύσταση της Επιτροπής Κάχαν. Το πόρισμα της επιτροπής απέδωσε έμμεση αλλά σοβαρή ευθύνη σε υψηλόβαθμους Ισραηλινούς αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένου του τότε Υπουργού Άμυνας Αριέλ Σαρόν, για το γεγονός ότι επέτρεψαν την είσοδο των πολιτοφυλακών στους καταυλισμούς ενώ γνώριζαν τον κίνδυνο αιματοχυσίας. Παρά τις καταδίκες, οι περισσότεροι από τους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς της σφαγής δεν αντιμετώπισαν ποτέ τη δικαιοσύνη σε ποινικό επίπεδο.
Σήμερα, η μνήμη της Σάμπρα και της Σατίλα παραμένει μια ανοιχτή πληγή και ένα ισχυρό σύμβολο της ευαλωτότητας των προσφύγων σε περιόδους συγκρούσεων. Η σφαγή αυτή δεν ήταν απλώς μια πράξη βίας, αλλά μια προσπάθεια κάμψης του ηθικού του παλαιστινιακού εθνικού κινήματος μέσα από την τρομοκρατία. Η ιστορία αυτή μας υπενθυμίζει τις ολέθριες συνέπειες της απανθρωποποίησης του "άλλου" και την ανάγκη για διεθνή λογοδοσία, καθώς οι επιζώντες και οι οικογένειές τους συνεχίζουν να ζητούν αναγνώριση και δικαιοσύνη για τα εγκλήματα που υπέστησαν.