Ο Νίκος Καζαντζάκης, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς όλων των εποχών, πέθανε στις 26 Οκτωβρίου 1957 στη Γερμανία, χτυπημένος από λευχαιμία. Η σορός του ταξίδεψε για δέκα ημέρες πριν φτάσει στο αγαπημένο του Ηράκλειο Κρήτης, όπου πραγματοποιήθηκε η κηδεία του στις 5 Νοεμβρίου 1957. Παρά τη μαζική συμμετοχή του κόσμου και τη συγκίνηση που προκάλεσε ο θάνατός του, η κηδεία εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο επεισοδιακά κεφάλαια της νεότερης ελληνικής ιστορίας, λόγω της σκληρής στάσης της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία της Ελλάδος είχε ήδη στραφεί εναντίον του Καζαντζάκη για χρόνια, κυρίως εξαιτίας έργων όπως ο «Τελευταίος Πειρασμός» και ο «Χριστός ξανασταυρώνεται», όπου ο συγγραφέας παρουσίαζε τον Χριστό με ανθρώπινες αδυναμίες και κριτικάρε βαθιά τις αμαρτίες του κλήρου. Παράλληλα, βιβλία όπως ο «Καπετάν Μιχάλης» θεωρήθηκαν από ορισμένους αντιχριστιανικά και ακόμη και αντεθνικά, ενώ υπήρχε καχυποψία για τις αριστερές και φιλοκομμουνιστικές ιδέες του. Η Ιερά Σύνοδος είχε φτάσει στο σημείο να ζητήσει τον αφορισμό του, όμως ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας αρνήθηκε να εγκρίνει κάτι τέτοιο, θεωρώντας ότι θα προκαλούσε μεγαλύτερο κακό στην Εκκλησία και ιδιαίτερα στην Κρήτη. Έτσι, περιορίστηκε στην αποτροπή των πιστών από την ανάγνωση των βιβλίων του, χωρίς επίσημο αφορισμό.
Η στάση αυτή κορυφώθηκε στην κηδεία. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών αρνήθηκε λαϊκό προσκύνημα, ενώ αρχικά δεν υπήρχε ιερέας διατεθειμένος να τελέσει τη νεκρώσιμη ακολουθία. Ο γνωστός αρχιμανδρίτης Αυγουστίνος Καντιώτης είχε δηλώσει ότι θα κατέβει στην Κρήτη για να εμποδίσει την τελετή. Τελικά, η εξόδιος ακολουθία έγινε κανονικά στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά από τον Αρχιεπίσκοπο Κρήτης Ευγένιο, όμως απαγορεύτηκε ρητά η ταφή σε εκκλησιαστικό κοιμητήριο.
Εκεί μπήκε στη μέση ο Σταύρος Καρπαθιωτάκης, ένας νεαρός στρατιωτικός ιερέας που υπηρετούσε στο Ηράκλειο εκείνη την εποχή. Την παραμονή της κηδείας, ο διοικητής του στρατοπέδου είχε δώσει αυστηρή εντολή σε όλους τους στρατιωτικούς να παραμείνουν εντός, φοβούμενος επεισόδια λόγω της εκκλησιαστικής απαγόρευσης και της αυθόρμητης μαζικής συμμετοχής του κρητικού λαού. Ο παπα-Σταύρος θεώρησε την απαγόρευση μεγάλη αδικία. Παραβίασε την εντολή, «έσκασε» κρυφά από το στρατόπεδο, φόρεσε τα ράσα του και έτρεξε να τελέσει την ταφή στον προμαχώνα Μαρτινέγκο, εκτός κοιμητηρίου.
Ο ίδιος είχε περιγράψει αργότερα σε συνέντευξή του: «Ήμουν παπάς. Δεν άντεχα να πάρω στον λαιμό μου τέτοιο άδικο. Δεν μπορούσα να αρνηθώ τα ιερά μυστήρια σ’ ένα βαφτισμένο Χριστιανό που δεν έκανε ποτέ κάτι ανήθικο ή εγκληματικό. Όσο αφορά τα βιβλία του δεν είμαι εγώ άξιος να τον κρίνω. Το ‘σκασα κρυφά από τον στρατό την μέρα της κηδείας. Πήρα αθόρυβα τα ράσα μου και έτρεξα στον Μαρτινέγκο και τον έθαψα. Όλοι νόμισαν ότι με έστειλε η εκκλησία να τον κηδέψω. […] Πέρασα από στρατιωτικό δικαστήριο και μπήκα φυλακή για έξι μήνες».
Έτσι, παρά τις αντιδράσεις, ο Νίκος Καζαντζάκης τάφηκε κανονικά στον Μαρτινέγκο, όπου βρίσκεται ο τάφος του μέχρι σήμερα. Στον απλό λίθινο τάφο δεσπόζει η χαραγμένη επιγραφή που έγινε σήμα κατατεθέν της φιλοσοφίας του: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος».
Ο Σταύρος Καρπαθιωτάκης πέθανε σε ηλικία 86 ετών στις 25 Αυγούστου 2018 στο Ηράκλειο. Η πράξη του παραμένει ένα σύμβολο θάρρους και ανθρωπιάς, υπενθυμίζοντας ότι ακόμα και σε εποχές έντονων διχασμών, η συνείδηση μπορεί να υπερβεί εντολές και απαγορεύσεις. Η κηδεία του Καζαντζάκη δεν ήταν απλώς ένας αποχαιρετισμός, αλλά μια ιστορική στιγμή που αποκάλυψε βαθιές αντιθέσεις στην ελληνική κοινωνία της εποχής.


