Τα πρόσφατα αποτελέσματα της Διεθνούς Έρευνας Διδασκαλίας και Μάθησης (TALIS) για το έτος 2024 φέρνουν στο φως μια κρίσιμη πραγματικότητα σχετικά με τη σχέση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και της Τεχνητής Νοημοσύνης. Παρατηρείται μια έντονη πολυσπερμία και σημαντικές αποκλίσεις, όχι μόνο μεταξύ των διαφορετικών κρατών αλλά και στο εσωτερικό κάθε χώρας. Αυτή η ανομοιομορφία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αδυναμία των κυβερνήσεων και των σχεδιαστών πολιτικής να διαμορφώσουν εγκαίρως ένα στέρεο θεσμικό πλαίσιο που θα καθοδηγεί την ενσωμάτωση αυτών των επαναστατικών εργαλείων στη σχολική αίθουσα.
Ενώ η τεχνολογία εξελίσσεται με καταιγιστικούς ρυθμούς, οι θεσμικές παρεμβάσεις μοιάζουν συχνά καθυστερημένες και αναποτελεσματικές. Οι μαθητές, ως «ψηφιακοί αυτόχθονες» της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, υιοθετούν τις νέες δυνατότητες πολύ ταχύτερα από όσο το επίσημο κράτος προλαβαίνει να τις ρυθμίσει. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο: τα γεγονότα παράγονται από την ίδια την Τεχνητή Νοημοσύνη, οι μαθητές ακολουθούν από κοντά και οι πολιτικά υπεύθυνοι έπονται, προσπαθώντας να ερμηνεύσουν τις εξελίξεις με σπασμωδικές κινήσεις και συχνά πισωγυρίσματα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, περίπου το 41% των εκπαιδευτικών χρησιμοποιεί ήδη την Τεχνητή Νοημοσύνη στη διδασκαλία του, με τα ποσοστά να παρουσιάζουν τεράστιες διακυμάνσεις, από το εντυπωσιακό 75% στη Σιγκαπούρη έως το μόλις 14% στη Γαλλία. Οι εκπαιδευτικοί αξιοποιούν την τεχνολογία κυρίως για τη σύνοψη θεμάτων και τη δημιουργία σχεδίων μαθήματος, ενώ παραμένουν επιφυλακτικοί σε ζητήματα βαθμολόγησης και αξιολόγησης της απόδοσης των μαθητών. Η στάση τους είναι διττή, καθώς αναγνωρίζουν τη δυνατότητα εξατομίκευσης της μάθησης, αλλά ταυτόχρονα εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες για την πιθανότητα λογοκλοπής και την παροχή λανθασμένων συστάσεων από τους αλγορίθμους.
Ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια που αναδεικνύει η έρευνα είναι το έλλειμμα γνώσεων. Το 75% των εκπαιδευτικών που απέχουν από τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης δηλώνουν ότι στερούνται τις απαραίτητες δεξιότητες, παρόλο που η πλειονότητα δεν είναι αρνητική απέναντι στην τεχνολογία. Το χάσμα αυτό διευρύνεται λόγω της άνισης πρόσβασης στην επιμόρφωση. Ενώ σε χώρες όπως η Σιγκαπούρη σχεδόν οκτώ στους δέκα εκπαιδευτικούς έχουν λάβει σχετική κατάρτιση, σε άλλες χώρες το ποσοστό αυτό είναι απελπιστικά χαμηλό, αφήνοντας τους δασκάλους να βασίζονται στην προσωπική τους πρωτοβουλία και την αυτομόρφωση.
Στην περίπτωση της χώρας μας, η έλλειψη μιας συγκροτημένης θεσμικής παρέμβασης είναι εμφανής. Χωρίς ένα κεντρικό στρατηγικό σχέδιο που να αφορά το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας, η πρόοδος επαφίεται στο φιλότιμο και το ενδιαφέρον των μεμονωμένων εκπαιδευτικών, κυρίως εκείνων που προέρχονται από τον κλάδο των θετικών και τεχνολογικών επιστημών. Η ανάγκη για ένα σταθερό πλαίσιο και μια καθολική επιμόρφωση είναι πλέον επιτακτική, ώστε η Τεχνητή Νοημοσύνη να μην αποτελεί πηγή νέων ανισοτήτων, αλλά ένα ουσιαστικό εργαλείο αναβάθμισης της δημόσιας παιδείας.