Η λέξη «βάρβαρος» αποτελεί έναν από τους πιο παρεξηγημένους όρους της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, καθώς η σημασία που της αποδίδουμε σήμερα απέχει σημαντικά από την αρχική της χρήση. Στην αρχαία Ελλάδα, ο όρος είχε αρχικά μια εντελώς ουδέτερη και περιγραφική σημασία. Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τη λέξη για να προσδιορίσουν οποιονδήποτε δεν μιλούσε την ελληνική γλώσσα. Η ίδια η λέξη είναι ονοματοποιημένη, καθώς γεννήθηκε από την προσπάθεια των Ελλήνων να μιμηθούν τον ήχο των ξένων γλωσσών, ο οποίος στα αυτιά τους ακουγόταν σαν ένας ακατάληπτος επαναλαμβανόμενος ήχος, δηλαδή «βαρ-βαρ».
Κατά την αρχαιότητα, ο προσδιορισμός του βαρβάρου περιλάμβανε ένα ευρύ φάσμα λαών, από τους ισχυρούς Πέρσες και τους σοφούς Αιγύπτιους μέχρι τους Θράκες και τους διάφορους λαούς της υπόλοιπης Ευρώπης. Το κριτήριο ήταν αποκλειστικά γλωσσικό και πολιτισμικό. Μάλιστα, η χρήση του όρου μπορούσε να λάβει και πολιτικές διαστάσεις στο εσωτερικό του ελληνικού κόσμου, όπως συνέβη στην περίπτωση των Αθηναίων, οι οποίοι ορισμένες φορές αποκαλούσαν βάρβαρους ακόμα και τους Μακεδόνες, εστιάζοντας στις διαφορές της διαλέκτου τους και του τρόπου ζωής τους.
Η μεγάλη αλλαγή στη σημασία της λέξης σημειώθηκε μετά τους Περσικούς Πολέμους. Η σύγκρουση με την Περσική Αυτοκρατορία φόρτισε τον όρο με αρνητική χροιά, μετατρέποντάς τον από μια απλή διαπίστωση ετερότητας σε έναν χαρακτηρισμό κατωτερότητας. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, ο βάρβαρος δεν ήταν πλέον μόνο ο ξένος, αλλά και ο άνθρωπος που θεωρούνταν λιγότερο πολιτισμένος. Η αυτοπεποίθηση των Ελλήνων, η οποία πήγαζε από τα επιτεύγματα στη φιλοσοφία, τις τέχνες και τη δημοκρατία, δημιούργησε ένα σαφές διαχωριστικό τείχος ανάμεσα στον «ελληνικό κόσμο» και τους υπόλοιπους.
Στα έργα μεγάλων ιστορικών όπως ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης, ο όρος «βάρβαρος» χρησιμοποιείται συστηματικά για να υπογραμμίσει αυτόν τον διαχωρισμό. Παρόλο που ο Ηρόδοτος έδειχνε συχνά θαυμασμό για τα επιτεύγματα των ξένων λαών, η λέξη παρέμενε το κύριο εργαλείο ταξινόμησης των εθνών. Ακόμη και κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, η έννοια της ελληνικής ενότητας οριζόταν συχνά σε αντιδιαστολή με το βαρβαρικό στοιχείο, ενισχύοντας την αίσθηση μιας κοινής πολιτισμικής ταυτότητας που έπρεπε να προστατευθεί.
Στη σύγχρονη εποχή, η λέξη έχει υποστεί μια πλήρη νοηματική μετατόπιση, καθώς πλέον ταυτίζεται με την αγριότητα, τη σκληρότητα και την έλλειψη παιδείας. Ωστόσο, η ιστορική αναδρομή μας θυμίζει ότι στην αφετηρία της, η λέξη «βάρβαρος» δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια παρατήρηση για τη διαφορετικότητα της γλώσσας. Η εξέλιξή της αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι κοινωνικές και πολεμικές συγκρούσεις μπορούν να αναδιαμορφώσουν το λεξιλόγιό μας, μετατρέποντας μια ουδέτερη περιγραφή σε έναν ισχυρό αξιολογικό χαρακτηρισμό.