Η υπόθεση της Ανθής Λινάρδου, που εκτυλίχθηκε τον Ιανουάριο του 2016 στο Βελβεντό Κοζάνης, αποτελεί μία από τις πιο ανατριχιαστικές περιπτώσεις γυναικοκτονίας στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Τα γεγονότα ξεκίνησαν το Σάββατο 9 Ιανουαρίου, όταν η 37χρονη μητέρα τριών παιδιών φάνηκε να εξαφανίζεται μυστηριωδώς από το σπίτι της. Ο σύζυγός της, Τάσος Τσιουχάρας, ήταν εκείνος που δήλωσε την εξαφάνιση στις αρχές την επόμενη ημέρα, υποστηρίζοντας με απίστευτη ψυχραιμία ότι η Ανθή είχε βγει για ένα ποτό με μια φίλη της και δεν επέστρεψε ποτέ.
Η τοπική κοινωνία και οι αρχές κινητοποιήθηκαν άμεσα για τον εντοπισμό της, ενώ ο σύζυγός της έδινε συνεντεύξεις στα μέσα ενημέρωσης, περιγράφοντας τις τελευταίες στιγμές που υποτίθεται ότι την είδε. Ωστόσο, οι έμπειροι αστυνομικοί της Ασφάλειας Κοζάνης αντιλήφθηκαν γρήγορα ότι η ιστορία του παρουσίαζε σοβαρά κενά. Στοιχεία όπως το γεγονός ότι η Ανθή είχε φύγει χωρίς το κινητό της, τα χρήματά της ή προσωπικά αντικείμενα, καθώς και το ότι είχε κάταγμα στο πόδι και χρησιμοποιούσε πατερίτσες —οι οποίες βρέθηκαν στο σπίτι— έστρεψαν τις υποψίες απευθείας πάνω του.
Μετά από επίμονες ανακρίσεις που διήρκεσαν 19 ώρες, ο Τάσος Τσιουχάρας «έσπασε» και ομολόγησε την αποτρόπαια πράξη του. Αποκάλυψε ότι μετά από έναν έντονο καυγά, έπνιξε τη σύζυγό του μέσα στην κρεβατοκάμαρά τους, ενώ τα τρία τους παιδιά κοιμούνταν στο διπλανό δωμάτιο. Στη συνέχεια, μετέφερε τη σορό της στο υπόγειο γκαράζ και από εκεί σε ένα χωράφι ιδιοκτησίας του λίγο έξω από το χωριό, όπου την έθαψε προσπαθώντας να καλύψει τα ίχνη του. Η αποκάλυψη της σορού από τον εκσκαφέα την Τετάρτη 13 Ιανουαρίου πάγωσε το Πανελλήνιο.
Η δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης ήταν εξίσου φορτισμένη. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καστοριάς, υιοθετώντας την εισαγγελική πρόταση, καταδίκασε ομόφωνα τον δράστη σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση, χωρίς να του αναγνωρίσει κανένα ελαφρυντικό. Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο δράστης ζήτησε συγγνώμη, ισχυριζόμενος ότι έδρασε σε κατάσταση βρασμού ψυχής, κάτι που όμως δεν έγινε δεκτό. Η τραγωδία έκλεισε με την οριστική απόφαση για την επιμέλεια των παιδιών, η οποία ανατέθηκε στην οικογένεια της άτυχης Ανθής, αφήνοντας πίσω της μια πληγή που δεν θα κλείσει ποτέ για τους οικείους της και μια υπενθύμιση της φρίκης που μπορεί να κρύβεται πίσω από τις κλειστές πόρτες.