Η Παναγιώτα Μαζαράκη και ο Γιάννης Κατσιλάμπρος αποτελούσαν εξωτερικά ένα πρότυπο επιτυχημένου και ευτυχισμένου ζευγαριού. Και οι δύο προέρχονταν από εύπορες οικογένειες, είχαν οικονομική άνεση και δύο μικρά παιδιά που ολοκλήρωναν την οικογενειακή τους ευτυχία. Ο Κατσιλάμπρος, καθηγητής μουσικής, και η Μαζαράκη, μια χαρισματική σολίστ πιάνου με διεθνή αναγνώριση, έδειχναν να ζουν το απόλυτο όνειρο. Ωστόσο, πίσω από τις κλειστές πόρτες της βίλας τους στη Φιλοθέη, η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σκοτεινή, με τις εντάσεις και τον ανταγωνισμό να υπονομεύουν τη σχέση τους.
Σύμφωνα με τις μετέπειτα μαρτυρίες, η επαγγελματική άνοδος και η λάμψη της Παναγιώτας φαίνεται πως ενοχλούσαν τον σύζυγό της, δημιουργώντας ένα κλίμα νοσηρής ζήλειας. Το μοιραίο βράδυ, ένας καυγάς που ξεκίνησε για ασήμαντη αφορμή κλιμακώθηκε γρήγορα. Ο Κατσιλάμπρος, σε κατάσταση εκτός ελέγχου, χτύπησε τη σύζυγό του με ένα ηλεκτρικό σίδερο στο κεφάλι και στη συνέχεια τη στραγγάλισε. Η ψυχραιμία που επέδειξε μετά την πράξη του ήταν σοκαριστική, καθώς έπλυνε τη σορό, την τύλιξε με σακούλες και σεντόνια και προσπάθησε με διάφορους τρόπους να την εξαφανίσει, καταλήγοντας τελικά να την θάψει και να την καλύψει με τσιμέντο στο πάρκο Πικιώνη.
Για μια ολόκληρη εβδομάδα, ο 36χρονος μουσικός προσποιούνταν τον ανήσυχο σύζυγο, δηλώνοντας την εξαφάνισή της στην αστυνομία και προσλαμβάνοντας μάλιστα ιδιωτικό ερευνητή. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε όταν οι αστυνομικοί εντόπισαν αντιφάσεις στην ιστορία του. Μετά από επίμονη ανάκριση, ο δράστης ομολόγησε το έγκλημά του, υποστηρίζοντας στους δικαστές πως η σύζυγός του τον μείωνε συνεχώς και έθιγε τον ανδρισμό του. Η υπερασπιστική του γραμμή εστιάστηκε σε ψυχολογικά προβλήματα και στο γεγονός ότι είχε διακόψει τη φαρμακευτική του αγωγή, ισχυρισμοί που όμως δεν έπεισαν το δικαστήριο για την έλλειψη προμελέτης.
Η δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης υπήρξε πολυτάραχη. Αρχικά καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη χωρίς ελαφρυντικά, μια απόφαση που στο εφετείο άλλαξε, καθώς του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, μειώνοντας την ποινή του στα 20 έτη. Τελικά, ο Γιάννης Κατσιλάμπρος αποφυλακίστηκε το 2014, έχοντας εκτίσει μόλις επτά χρόνια φυλάκισης, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην κοινή γνώμη. Η υπόθεση αυτή παραμένει μια από τις πιο θλιβερές ιστορίες της ελληνικής εγκληματολογίας, υπενθυμίζοντας πως ο εγωισμός και το πάθος μπορούν να οδηγήσουν στην απόλυτη καταστροφή, αφήνοντας πίσω ορφανά παιδιά και μια κατεστραμμένη ζωή.