Η ιστορία της Ανδρομάχης Μ. αποτελεί μια από τις πιο ανατριχιαστικές υποθέσεις εγκλήματος στην Ελλάδα, καθώς αναδεικνύει πώς μια ερωτική απόρριψη μπορεί να μετατραπεί σε φονική εμμονή. Το 1989, η 20χρονη τότε φοιτήτρια στην Καβάλα, βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας για τη δολοφονία ενός επτάχρονου μαθητή, του μικρού Νικόλα. Το θύμα ήταν γιος ενός γνωστού πρώην ποδοσφαιριστή και εργολάβου της πόλης, με τον οποίο η Ανδρομάχη είχε αναπτύξει έναν δεσμό. Όταν εκείνος αποφάσισε να τερματίσει τη σχέση τους λόγω των οικογενειακών του υποχρεώσεων, η νεαρή κοπέλα πέρασε από την επίμονη διεκδίκηση στην ανοιχτή απειλή, προειδοποιώντας τον ότι θα τον "χτυπήσει εκεί που πονάει".
Η προετοιμασία του εγκλήματος δεν ήταν παρορμητική, αλλά περιλάμβανε συστηματική παρακολούθηση. Η Ανδρομάχη φέρεται να πήγαινε για μέρες έξω από το σχολείο του παιδιού, ρωτώντας για την ταυτότητά του και τις ώρες που σχολούσε. Παρά τις προειδοποιήσεις από τις αρχές —καθώς μια φίλη της είχε ήδη καταγγείλει τις προθέσεις της στην αστυνομία— η τραγωδία δεν αποφεύχθηκε. Το απόγευμα της επίθεσης, η φοιτήτρια έστησε καρτέρι έξω από το σχολείο και επιτέθηκε στον μικρό Νικόλα με σουγιά, τραυματίζοντάς τον θανάσιμα. Μετά την πράξη της, απομακρύνθηκε ψύχραιμη, προσπαθώντας να ξεφορτωθεί το όπλο και να δημιουργήσει άλλοθι, ενώ αργότερα στην ασφάλεια αρνούνταν τα πάντα με μια παγωμένη ηρεμία που σόκαρε τους πάντες.
Η προσωπικότητα της δράστιδας απασχόλησε έντονα τους ειδικούς και το δικαστήριο. Όπως αποκαλύφθηκε, η Ανδρομάχη είχε ήδη επιτεθεί με βιτριόλη σε έναν ηλικιωμένο άντρα λίγους μήνες νωρίτερα, γεγονός που έδειχνε μια προϋπάρχουσα βίαιη συμπεριφορά. Κατά τη διάρκεια της δίκης το 1991, η στάση της ήταν αλλοπρόσαλλη, με την ίδια να επικαλείται παραισθήσεις, να μιλά για μοναστήρια και "φίδια", αποφεύγοντας να απαντήσει επί της ουσίας για το έγκλημα. Ο θετός πατέρας της κατέθεσε ότι η συμπεριφορά της είχε αλλάξει δραματικά από τη στιγμή που έμαθε ότι ήταν υιοθετημένη, παρουσιάζοντας αντικοινωνικά στοιχεία και ψυχολογικά προβλήματα που η οικογένεια δεν κατάφερε να διαχειριστεί εγκαίρως.
Η δικαστική απόφαση αναγνώρισε στην Ανδρομάχη ελαττωμένο καταλογισμό λόγω της ψυχικής της κατάστασης. Καταδικάστηκε σε πολυετή κάθρυξη και υποχρεωτικό εγκλεισμό σε ψυχιατρικό ίδρυμα, αποφεύγοντας την ποινή των ισοβίων. Η αντίδρασή της στο άκουσμα της ποινής —ένα χαμόγελο ανακούφισης— έμεινε χαραγμένη στη μνήμη όσων παρακολούθησαν τη δίκη. Αυτή η υπόθεση παραμένει μια οδυνηρή υπενθύμιση για το πώς τα σημάδια μιας επικίνδυνης εμμονής, αν και ορατά, μπορούν μερικές φορές να αγνοηθούν, οδηγώντας σε μια ανεπανόρθωτη απώλεια που στοίχειωσε μια ολόκληρη πόλη.