Το έθιμο του Σάτι αποτελεί μία από τις πιο αμφιλεγόμενες και σοκαριστικές παραδόσεις στην ιστορία της ινδικής υποηπείρου. Πρόκειται για την πρακτική κατά την οποία μια χήρα θυσιαζόταν στην πυρά μαζί με το νεκρό σώμα του συζύγου της, μια πράξη που για τους υπερασπιστές της θεωρούνταν η υπέρτατη απόδειξη αγάπης και αφοσίωσης, μετατρέποντας τη γυναίκα σε θεότητα. Ωστόσο, για τους πολέμιους του εθίμου, το Σάτι δεν ήταν παρά μια βάναυση δολοφονία αθώων γυναικών, οι οποίες συχνά εξαναγκάζονταν στην αυτοχειρία κάτω από αφόρητες κοινωνικές και θρησκευτικές πιέσεις. Οι ρίζες της πρακτικής χάνονται στα βάθη των αιώνων, με αναφορές που εντοπίζονται ακόμα και σε αρχαία ιερά κείμενα, αν και η ερμηνεία τους παραμένει μέχρι σήμερα αντικείμενο έντονων διαφωνιών.
Ιστορικά, το Σάτι δεν ήταν μια καθολική πρακτική, αλλά περιοριζόταν κυρίως στις ανώτερες κάστες και στις βασιλικές οικογένειες ορισμένων περιοχών, όπως το Ρατζαστάν και το Παντζάμπ. Η ονομασία προέρχεται από τη θεά Σάτι, η οποία θυσιάστηκε στην πυρά για να αποδείξει την αφοσίωσή της στον θεό Σίβα. Στην πραγματικότητα, η απόφαση μιας γυναίκας να ακολουθήσει τον σύζυγό της στο θάνατο σπάνια ήταν ελεύθερη. Οι χήρες στην ινδική κοινωνία αντιμετωπίζονταν συχνά ως «τελετουργικά νεκρές», στερούμενες κάθε δικαιώματος, πλούτου και κοινωνικής θέσης. Η επιλογή της πυράς ήταν συχνά μια πράξη απόγνωσης μπροστά στην προοπτική μιας ζωής γεμάτης ταπείνωση, φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό.
Κατά την περίοδο της βρετανικής αποικιοκρατίας, το Σάτι έγινε το κεντρικό επιχείρημα για την ανάγκη του «εκπολιτισμού» της Ινδίας από τη Δύση. Οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν το έθιμο ως απόδειξη της «βαρβαρότητας» των τοπικών παραδόσεων, προκειμένου να δικαιολογήσουν την κυριαρχία τους. Το 1829, ο κυβερνήτης Λόρδος Ουίλιαμ Μπέντινκ απαγόρευσε οριστικά την πρακτική, θεσπίζοντας αυστηρές ποινές για όσους βοηθούσαν ή εξανάγκαζαν γυναίκες να καούν. Η απαγόρευση αυτή, αν και σωτήρια, προκάλεσε την αντίδραση συντηρητικών κύκλων, οι οποίοι είδαν την κίνηση αυτή ως μια ξένη επίθεση στις θρησκευτικές τους ελευθερίες, μετατρέποντας το Σάτι σε ένα επικίνδυνο σύμβολο εθνικιστικής αντίστασης.
Παρά την επίσημη κατάργηση και την ποινικοποίησή του, το Σάτι δεν εξαφανίστηκε πλήρως από τη συλλογική μνήμη. Ακόμα και στη σύγχρονη εποχή, περιστατικά όπως αυτό της 18χρονης Ρουπ Κανγουάρ το 1987 προκάλεσαν παγκόσμιο σοκ και νέες νομικές αυστηροποιήσεις. Σήμερα, η συντριπτική πλειονότητα των Ινδών καταδικάζει το έθιμο ως ένα σκοτεινό κατάλοιπο του παρελθόντος. Η ιστορία του Σάτι παραμένει μια τραγική υπενθύμιση του πώς η θρησκευτική πίστη και η κοινωνική πίεση μπορούν να διαστρεβλωθούν, οδηγώντας σε ακραίες πράξεις βίας, όπου τα θύματα συχνά πείθονται ότι η καταστροφή τους είναι μια πράξη αγιοσύνης.